Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Βιομηχανική Κληρονομιά: Τόποι μνήμης ως τόποι πολιτισμού. Όταν το σήμερα σέβεται το χθες…



To άρθρο της κ. Ανδρομάχης – Άννας Δαλγίτση, για τη Βιομηχανική Κληρονομιά της χώρας, ως τόποι μνήμης και πολιτισμού.

Έχει ενδιαφέρον η προσέγγιση, την καταθέτω για να προβληματιστούμε, σε μία ευρύτερη συλλογιστική για τη διατύπωσης ενός πλαισίου στρατηγικής, στρατηγική για το μέλλον και την προοπτική των βιομηχανικών μονάδων, υποδομών, αλλά και ολόκληρων περιοχών, που δεν παράγουν αυτή τη στιγμή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει για τις περιπτώσεις μονάδων που εξαιτίας της απαξίωσής τους και του συνολικού σχεδιασμού δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά στον τομέα της Βιομηχανίας.

Το κείμενο αποτελεί συνοπτική παρουσίαση της ερευνητικής εργασίας, η οποία εκπονήθηκε στo πλαίσιο της ολοκλήρωσης των σπουδών της συγγραφέως, στο τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης.
Το πλήρες κείμενο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του GREEKARCHITECTS
 

Διαβάστε το άρθρο :
Βιομηχανική Κληρονομιά: Τόποι μνήμης ως τόποι πολιτισμού. Όταν το σήμερα σέβεται το χθες…

της Ανδρομάχης –Άννα Δαλγίτση, αρχιτέκτονας

1.1. Βιομηχανική Κληρονομιά και Βιομηχανική Αρχαιολογία

Η κληρονομιά στο σύνολό της υπονοεί έναν πλούτο που μπορεί να είναι πνευματικής, πολιτιστικής ή υλικής φύσεως, συνήθως με την υποχρέωση της διατήρησης και διάσωσής του. Στην περίπτωση της βιομηχανικής κληρονομιάς, δίνεται έμφαση σε έναν κτηριακό πλούτο, μια περιουσία που παραχωρήθηκε και εξαπλώθηκε με την εκβιομηχάνιση, πρώτα στην Ευρώπη και έπειτα στον υπόλοιπο κόσμο. Η ραγδαία ανάπτυξη των βιομηχανιών και οι απαιτήσεις για μαζικότερη παραγωγή προϊόντων είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή μηχανικού εξοπλισμού στη βιομηχανία με σκοπό τη διαρκή αύξηση και αυτοματοποίηση της παραγωγής. Η τεχνολογική αυτή ανάπτυξη, γνωστή ως Βιομηχανική Επανάσταση, που παρατηρείται στα τέλη του 18ου αιώνα, ήταν η απαρχή ενός ιστορικού φαινομένου που επηρέασε ένα τεράστιο τμήμα του πληθυσμού. Οι ριζικές αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές δομές οδήγησαν τα βιομηχανοποιημένα κράτη να βιώσουν τον «πολιτισμό της μηχανής». Τα κατάλοιπα του πολιτισμού αυτού αποτελούν τη Βιομηχανική Κληρονομιά. Σύμφωνα με τη «Χάρτα του Nizhny Tagil» που υιοθετήθηκε από το TICCIH, «η βιομηχανική κληρονομιά είναι τα κατάλοιπα του βιομηχανικού πολιτισμού που έχουν ιστορική, τεχνολογική, κοινωνική, αρχιτεκτονική ή επιστημονική αξία και μπορεί να περιλαμβάνουν από κτήρια και μηχανήματα, μέχρι χώρους μεταποίησης και διύλισης, καθώς και χώρους κοινωνικών δραστηριοτήτων σχετικών με τη βιομηχανία».
Η βιομηχανική κληρονομιά διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτισμού. Είναι αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς ως πρωταρχικό στοιχείο για την ανάπτυξη της κοινωνίας. Η θεώρηση ενός τεχνικού μνημείου ή ενός αντικειμένου βιομηχανικής χρήσης ως φορέα πληροφοριών είναι σημαντική, αλλά και αναγκαία, αφού σε αυτό βρίσκεται ενσωματωμένο το σύνολο των επιδράσεων του πολιτισμού και του περιβάλλοντος.
Η αντίληψη για τα τεχνικά μνημεία και τη βιομηχανική κληρονομιά μετασχηματίστηκε μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Πατρίδα της βιομηχανικής αρχαιολογίας θεωρείται η Μ. Βρετανία, που υπήρξε άλλωστε, και η κοιτίδα της βιομηχανικής επανάστασης μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα. Ωστόσο, η έννοια της συστηματικής επιστημονικής μελέτης των βιομηχανικών καταλοίπων άρχισε τον 19ο αιώνα στη Γαλλία, και συγκεκριμένα πραγματοποιήθηκε το 1794 όταν ιδρύθηκε στο Παρίσι το πρώτο τεχνικό μουσείο στον κόσμο, το Conservatoire des Arts et Métiers (Εθνικό Ίδρυμα Τεχνών και Επιστημών). Χρειάστηκαν 100 χρόνια για να γενικευτεί το ενδιαφέρον για τη διατήρηση της βιομηχανικής, τεχνολογικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Πολύ αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν εμφανίστηκαν και τα πρώτα δείγματα αποβιομηχάνισης, εισήχθη ο όρος Βιομηχανική Αρχαιολογία, ως ο κλάδος που μελετά το βιομηχανικό πολιτισμό, θεωρώντας το βιομηχανικό ή τεχνικό μουσείο έναν έγκυρο φορέα πληροφοριών, και προσδιορίστηκε για πρώτη φορά από τον Donald Dudley, καθηγητή του πανεπιστημίου του Birmingham. Η βιομηχανική αρχαιολογία εμφανίζεται να έχει διπλό χαρακτήρα, καθώς είναι πεδίο διεπιστημονικών αναζητήσεων και συγχρόνως πεδίο πολιτισμικών πρακτικών.
Με άλλα λόγια, η βιομηχανική αρχαιολογία ορίζεται ως «η διεπιστημονική μελέτη όλων των μαρτυριών, υλικών και άυλων, των τεκμηρίων, των τεχνουργημάτων, της στρωματογραφίας και των κατασκευών, των ανθρώπινων οικισμών και των φυσικών και αστικών τοπίων που δημιουργήθηκαν για ή από τη βιομηχανική διεργασία». Η έννοια της βιομηχανικής αρχαιολογίας λοιπόν, είναι η μελέτη του συνόλου των παραγωγικών εγκαταστάσεων.
Η ενασχόληση με τα «τεχνικά μνημεία πολιτισμού» και η ονομασία των βιομηχανικών καταλοίπων ως τέτοια αποτέλεσε την αφετηρία της αναγνώρισης της αξίας τους. Στα μνημεία αυτά συγκαταλέγεται ο κτηριακός και μηχανολογικός εξοπλισμός, οι τόποι και οι συνθήκες παραγωγής, αλλά και ό,τι αφορά το εμπόριο, τη μεταφορά και τα δίκτυα διανομής βιομηχανικών προϊόντων. Επομένως, η αξία των τεχνικών βιομηχανικών μνημείων δεν είναι μόνο επιστημονικής και αισθητικής, αλλά και κοινωνικής, διότι τα βιομηχανικά κατάλοιπα αποτελούν μάρτυρα της ύπαρξης ποικίλων ειδικοτήτων της εργατικής τάξης.
Στη δεκαετία του 1970, το Συμβούλιο της Ευρώπης συντέλεσε στην αφύπνιση του ενδιαφέροντος για τα βιομηχανικά μνημεία μέσω της υπογραφής της σύμβασης της προστασίας για την παγκόσμια φυσική και πολιτιστική κληρονομιά. Τον Ιούλιο του 2003, η διεθνής επιστημονική κοινότητα συνέταξε μια διακήρυξη, στην οποία αποκωδικοποιήθηκαν οι αρχές της βιομηχανικής κληρονομιάς και έλαβαν τη μορφή χάρτας, την «Χάρτα του Nizhny Tagil για τη Βιομηχανική Κληρονομιά». Επιπλέον, πολλά αναγνωρισμένα βιομηχανικά κατάλοιπα χαρακτηρίστηκαν ως μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO.
Στην πορεία της βιομηχανικής αρχαιολογίας τις τελευταίες δεκαετίες, το σκέλος της διάσωσης διευρύνθηκε σημαντικά, αυτονομήθηκε ως ένα βαθμό από τον χώρο της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και απέκτησε δικούς του θεσμούς. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, προστέθηκε η έννοια της αποκατάστασης και της επανάχρησης των παλιών βιομηχανικών συνόλων, με στόχο την αναζωογόνηση και επανένταξή τους στην κοινωνία. Η καταγραφή και τεκμηρίωση των καταλοίπων της βιομηχανικής κληρονομιάς είναι το πρώτο βήμα για τη διατήρησή τους και μέσω αυτών ορίζονται οι κατευθυντήριοι άξονες για την επανάχρησή τους. Η αναλυτική διαδικασία, εκτός από το ότι είναι χρήσιμη για ιστορικούς λόγους, βρίσκει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο εάν μπορέσει να τροφοδοτήσει με κατάλληλες πληροφορίες τη συνθετική διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, οι όροι και οι προϋποθέσεις της διαδικασίας της επανάχρησης που ορίζονται από τους κατάλληλους επιστημονικούς κλάδους δεν επαληθεύονται πάντα από τις απαιτήσεις των εκάστοτε τοπικών αρχών, κυρίως για οικονομικούς λόγους.


1.2. Ο ρόλος της βιομηχανικής κληρονομιάς στη συγκρότηση της συλλογικής μνήμης

Ο Maurice Halbwachs εισήγαγε πρώτος τον όρο συλλογική μνήμη αναφέροντας ότι «η μνήμη δεν περιορίζεται στην ανάμνηση απλώς και ανάκληση του παρελθόντος, αλλά περιλαμβάνει ένα πλέγμα εξωτερικών προς το άτομο σχέσεων, μορφών και αντικειμένων που στηρίζουν, εξαντικειμενικεύουν και ενσαρκώνουν το παρελθόν».
Η συλλογική μνήμη είναι μεταφορικά μία κατασκευή. Η διαμόρφωση και η εδραίωσή της, λοιπόν, έχει ανάγκη από κάποιο μέσο. Η αρχιτεκτονική έχει την ικανότητα να περνά νοήματα και να συμβολίζει πράγματα, έχοντας επιπλέον και το πλεονέκτημα της εικόνας που εντυπώνεται εύκολα στον ανθρώπινο νου. Τα μνημεία, ως κατασκευές του ανθρώπου στο χώρο, αποτελούν μέρος των συλλογικών αναπαραστάσεων που στοχεύουν στη δημιουργία μιας κοινωνικής μνήμης. Συμπυκνώνουν ένα χώρο αφηγηματικό που συνθέτει τον «έμμεσο» λόγο της ιστορίας με τον «άμεσο» λόγο της μνήμης και επιβιώνουν υλικά και νοητικά στο χώρο και τοv χρόνο. Επομένως, τα μνημεία εγγράφουν στοv χώρο ένα μόνιμο διαρκές ίχνος, το οποίο αποτελεί το θεμέλιο της μνημονικής και της ιστορικής συνοχής των τόπων.
Η επαναχρησιμοποίηση του βιομηχανικού μνημείου εξυπηρετεί κοινωνικές ανάγκες που συνδέονται με τηn ταυτότητα των λαών και τη διαιώνιση σημαντικών γεγονότων. Τα βιομηχανικά κτήρια του παρελθόντος αποτελούν μαρτυρία της εκβιομηχάνισης και διηγούνται τον τρόπο παραγωγής και τις συνθήκες εργασίας σε κάθε περίοδο. Αυτή η πραγματικότητα, για μεγάλες εργατικές μάζες, προσδιόρισε τον χαρακτήρα ολόκληρων περιοχών αντιπροσωπεύοντας ένα μεγάλο τμήμα της ιστορίας μιας πόλης. Σήμερα, είναι έντονο το αίσθημα κοινωνικής ευαισθησίας μπροστά σε ένα ερειπωμένο εργοστάσιο, μία σκουριασμένη ατμομηχανή, μια παλιά καμινάδα.
Υπό αυτούς τους όρους, η ιστορία των σύγχρονων πόλεων μοιάζει να είναι η ιστορία της αλλαγής των βιομηχανικών λειτουργιών που συντελέστηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Η προστασία και η διατήρηση των βιομηχανικών τεκμηρίων ως μαρτύρων της συλλογικής μνήμης, μαζί με την ιστορική – επιστημονική έρευνα, αποτελούν τον βαθύτερο στόχο της βιομηχανικής αρχαιολογίας.


1.3. Εκθεσιακές και πολιτιστικές δραστηριότητες σε βιομηχανικά κελύφη

Τα πρώην βιομηχανικά κτήρια, λόγω της τυπολογίας και της μορφολογίας που διαθέτουν, προσφέρονται για την εγκατάσταση μιας μεγάλης ποικιλίας νέων χρήσεων. Οι χρήσεις αυτές, πολλές φορές τυγχάνει να καθορίζονται από διάφορους παράγοντες, όπως οικονομικούς, πολιτικούς και περιβαλλοντικούς, που επηρεάζουν άμεσα τη διαδικασία της επανάχρησης, αλλά και από την ίδια τη δομή των κελυφών. Κατά πολλούς, το αίτημα είναι η χρησιμοποίηση παλαιών κελυφών με προσθήκες, κατεδαφίσεις ή αναδιαρρυθμίσεις που θα εξυπηρετούν μια νέα χρήση, θα χρησιμοποιούν σύγχρονη τεχνολογία και θα σκοπεύουν στην ανανέωση της μορφής και της λειτουργίας του αστικού χώρου, χωρίς να καταργούν την ταυτότητά του.
Η επανάχρηση παλαιών κελυφών δεν έχει να προβάλει ένα συγκεκριμένο μοντέλο – πρότυπο σχεδιασμού, καθώς η διαφορετικότητα και η πολυπλοκότητα των περιπτώσεων συντείνουν σε μία ποικιλία χρήσεων. Οι πιο διαδεδομένες χρήσεις, τόσο σε ελληνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι αυτές του εκθετηρίου και των πολιτιστικών λειτουργιών. Είναι η φύση του ίδιου του κτηρίου να φιλοξενεί τέτοιου είδους χρήσεις. Αρχικά, ένα βιομηχανικό κτήριο έχει, κατά κανόνα, μια απλή κτηριολογική συγκρότηση. Υπάρχουν βέβαια και χώροι με ειδικές απαιτήσεις, αλλά οι κύριοι χώροι παραγωγής είναι συνήθως χώροι μεγάλων διαστάσεων και ύψους, διαθέτουν μία τυποποιημένη κατασκευαστική λογική, με μεγάλα ανοίγματα και επομένως έχουν τη δυνατότητα να δεχτούν περισσότερες από μία εσωτερικές διατάξεις. Όσο λιγότερο πολύπλοκη είναι η κτηριολογική του συγκρότηση, τόσο περισσότερη ευελιξία διαθέτει το κτήριο, ώστε να δεχτεί τις νέες απαιτήσεις και ανάγκες και να ενταχθούν στους διατιθέμενους χώρους, με τις κατάλληλες προσαρμογές. Στις περιπτώσεις μάλιστα που υπάρχει πλούσιο κτηριακό απόθεμα και διατηρείται ο μηχανολογικός εξοπλισμός, οι προαναφερθείσες χρήσεις συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην ανάδειξη της ιστορικής και αισθητικής αξίας τους.



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Αγριαντώνη Χ., Βιομηχανική Αρχαιολογία και Κληρονομιά: Επικοινωνίες και Εντάσεις, περιοδικό «Αρχαιολογία», Τεύχος 89, 2003.
2. Βογιατζόγλου Δάκουρα Ο., Βιομηχανική Κληρονομιά. Η προσφορά στην αναβάθμιση του περιβάλλοντος, 2007.
3. Ζήβας Δ., Νέες Χρήσεις σε Παλιά Βιομηχανικά Κτίρια, περιοδικό «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τεύχος 22, Αθήνα, 1988.
4. Ήπιες Επεμβάσεις και Προστασία Ιστορικών Κατασκευών, Πρακτικά 1ου Εθνικού Συνεδρίου.
5. Μαχαίρας Γ., Βιομηχανική Αρχαιολογία: η άλλη Αρχαιολογία, περιοδικό «Αρχαιολογία», Αθήνα.
6. Μιτζάλης Ν., Η Επανάχρηση της Φάμπρικας και η Βιώσιμη Χρήση, Αθήνα, 2007.
7. Μποτωνάκη Ν., Πολιτικές της μνήμης: Τα ιστορικά και άλλα μνημεία ως όψεις καταγραφής της Ιστορικής και κοινωνικής μνήμης. Τα μνημεία του δήμου Ανατολής Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2007.
8. Μυλωνόπουλος Δ., Η Διεθνής Προστασία της Παγκόσμιας Φυσικής Κληρονομιάς σε Περίοδο Εχθροπραξιών, ηλεκτρονικό περιοδικό «Νόμος και Φύση», Φεβρουάριος 2007.
9. Οικονομοπούλου Μ., Αποβιομηχάνιση και πολιτιστική πολιτική. Η περίπτωση της πόλης του Πειραιά, Αθήνα, 2011.
10. Περιοδικό «Τεχνικά Χρονικά», Βιομηχανικά Κτίρια, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, 1η Έκτακτη Έκδοση, 1994.
11. Σταυρίδης Σ., Μνήμη και Εμπειρία του Χώρου, Αθήνα, 2006.
12. Τσαγκαράκης Κ., Η αναγέννηση των γιγάντων: ζητήματα επανάχρησης και αξιοποίησης της βιομηχανικής κληρονομιάς. Μελέτη της περίπτωσης της οδού Πειραιώς, Αθήνα, 2010.
13. Τσόλης Ε., Ππαπαδημητρίου Ι., Θέματα συντήρησης βιομηχανικής κληρονομιάς, Αθήνα, 2004.


ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Halbwachs M., On Collective Memory, Trans. And ed. Lewis A. Coser, Chicago: University of Chicago Press, 1992.
2. Slotta R.,
Εισαγωγή στη Βιομηχανική Αρχαιολογία, (μετ. Παπαδόπουλος Α.), Αθήνα, 1992.
3. TICCIH, Χάρτα του Nizhny Tagil για τη Βιομηχανική Κληρονομιά, (επιμ. Αγριαντώνη Χ., Μπελαβίλας Ν., Ελληνικό Τμήμα TICCIH, 2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου