Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Ο «Xώρος» σήμερα



του Σίμου Ανδρονίδη

O χώρος ως έννοια και ως υλικότητα είναι πολύ σημαντικός για την κατανόηση του εύρους της κεφαλαιοκρατικής κρίσης. Η ίδια η κεφαλαιοκρατική κρίση νοούμενη ως «υλική αποτύπωση» εκδιπλώνεται εντός μίας συγκεκριμένης εδαφικής επικράτειας, μεταβάλλοντας την δομική έννοια του χώρου. Ο χώρος κατακερματίζεται, θρυμματίζεται και μετασχηματίζεται σε «κυψέλη», σε έναν «κυψελοειδή» χώρο ο οποίος βαίνει προς αξιοποίηση και εκμετάλλευση. Η συγκεκριμένη κατάτμηση σε τύποις μικρές χωρικές  «κυψέλες», σε «κουτιά» αντικειμενικής οικονομικής αξίας αλλά έμφορτης υποκειμενικής μνήμης και πράξης δίδει το στίγμα της κρισιακής-χωρικής οριοθέτησης.


Σε αυτό το πλαίσιο, μείζον ρόλο για την οριοθέτηση του χώρου διαδραματίζουν δύο παράμετροι: 


1. Η ιδεολογική παράμετρος, η οποία σχετίζεται με την προβολή, τον τρόπο και την αναγκαιότητα αξιοποίησης-εκμετάλλευσης της χωρικής διάστασης: έτσι, οι πωλήσεις δημόσιας περιουσίας/γης για την αναγκαία αποπλωρωμή του υπέρογκου δημόσιου χρέους,   οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, η κατάτμηση και η ιδιωτικοποίηση της γης/χώρου αποτελούν τις ιδιαίτερες όψεις μίας προσίδιας ιδεολογικοποίησης της περιεχομενικής διάστασης του μνημονίου. Η συγκεκριμένη ιδεολογική παράμετρος αντανακλάται στην ίδια την αρχιτεκτονική της γης, στη σημασία και στην ταυτότητα που φέρει, έχοντας ως στόχο μία κατεξοχήν φαντασιακή «αποφόρτιση»: με αυτό τον τρόπο, ο χώρος δύναται να άρει τις πολυποίκιλες ιστορικές του ταυτίσεις, μετασχηματιζόμενος σε «εργαλείο» αντικειμενικής-οικονομικής ανασυγκρότησης και  ανάπτυξης, εξόν του πλέγματος των λαϊκών αναπαραστάσεων που φέρει.   
2. Η υλική παράμετρος, που ορίζεται και προσδιορίζεται από το «καθεστώς» της μονοπωλιακής γαιοπροσόδου που αποφέρει.
Η διαδικασία της υφαρπαγής της γης προσκολλάται στην υλική πρόσληψη που φέρει το μνημόνιο ως  χάρτα ειδικής εξειδίκευσης πολιτικών, με στόχο την κεφαλαιακή συσσώρευση του 21ου αιώνα. Η υφαρπαγή της γης συγκροτεί ένα ιδιότυπο σύνολο  εκμετάλλευσης το οποίο και προσομοιάζει/προσκολλάται στην ίδια την κρισιακή χώρο-χρονική μήτρα (matrix) του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Πραγματικά, η ως άνω υλική παράμετρος αποτελεί τόπο της συμπυκνωμένης «υλικότητας» του κράτους την περίοδο της οικονομικής κρίσης, αποτελώντας ένα οικονομικό πεδίο καθεαυτό, ένα πεδίο που αφενός μεν υπερπροσδιορίζεται από μία σχετική «αυτονομία» χάραξης χωρικών-κλαδικών πολιτικών, (βλέπε τον ρόλο του Ταμείου Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου-ΤΑΙΠΕΔ), αφετέρου δε, και εδώ είναι το κρίσιμο στοιχείο, εμφιλοχωρεί στο πεδίο του κράτους σαν στοιχείο μίας δοσμένης και δεδομένης υλικότητας συμφερόντων. Η διαδικασία της υφαρπαγής της γης αποτελεί διαδικασία «καθετοποίησης» της οριζόντιας κρατικής δομής,  διαμέσου της συγκρότησης σχετικά «αυτόνομων» μηχανισμών χάραξης πολιτικών, μηχανισμοί που εξαρτώνται απευθείας από τις «κορυφές» της εκτελεστικής εξουσίας.  Η απόσπαση και ο διαμοιρασμός της γης αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία του μνημονιακού καθεστώτος κεφαλαιακής συσσώρευσης εν Ελλάδι.
Την περίοδο της οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης έχουν ενταθεί οι προσπάθειες οικειοποίησης και υφαρπαγής της. Όπως παρατηρεί εύστοχα ο Κωστής Χατζημιχάλης: «Η κρίση χρέους γενικά και στην Ελλάδα από το 2009-2010 έχει συμβάλει καθοριστικά στην ενίσχυση των τάσεων για υφαρπαγή της δημόσιας γης για τρεις λόγους. Πρώτον, το καθεστώς χρέους συμβάλλει στην πολιτική αποδυνάμωση του κράτους-οφειλέτη, στη φτωχοποίηση του πληθυσμού και της κυβέρνησης και στη μείωση της ανταλλακτικής αξίας της γης, η οποία στην Ελλάδα το 2013 μειώθηκε κατά 30-40% σε σχέση με τις τιμές του 2009. Δεύτερον, το δημόσιο χρέος αποτελεί το ισχυρό «νομιμοποιητικό» σημείο εισόδου διεθνών οργανισμών και οργανώσεων των δανειστών (στην Ελλάδα η γνωστή τρόικα ΔΝΤ, ΕΕ και ΕΚΤ) οι οποίοι επιβάλλουν αφενός την αποπληρωμή του σε βάρος εθνικών κοινωνικών αναγκών, αφετέρου  καθορίζουν και τους τρόπους που θα αποπληρωθεί, μεταξύ των  οποίων δεσπόζουσα θέση έχει η πώληση των εθνικών περιουσιακών στοιχείων. Και τρίτον, το ειδικό καθεστώς που επιβάλλεται στα χρεωμένα κράτη δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον για κερδοσκόπους-επενδυτές, διαφοροποιώντας δραματικά την έννομη, συνταγματική τάξη, όπως έχει συμβεί  στην Ελλάδα από το 2010».[1]
Εντός του πλαισίου ανάδυσης και αποκρυστάλλωσης των πολιτικών που εμπεριέχει το μνημόνιο, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι η γη και ο χώρος υποστασιοποιούνται, και μέσω του μνημονίου καθίστανται «εργαλεία», «καθεστώτα» συσσώρευσης. Η γη δύναται να ανακτηθεί οικονομικά. Η κρατική στρατηγική αναπτύσσεται και χωρικά. Εντός του πλέγματος της κρίσης ενυπάρχει μία διττή κρατική διάσταση.
Έτσι, στο πλαίσιο της ανάλυσης μας, θα χρησιμοποιήσουμε δύο από τις τρεις μορφές γεωγραφικής-κρατικής παρέμβασης του Νιλ Μπρένερ, όπως τις παραθέτει ο Κωστής Χατζημιχάλης: α) «Γεωγραφίες της χωρικής δομής του κράτους.  Αφορούν τον σχεσιακό χώρο, το χώρο της πολιτικής, που αποκτά υλικές διαστάσεις μέσω της εκάστοτε εδαφοκυριαρχίας του κράτους, όπως π.χ. ο τρόπος άσκησης της καθημερινής εξουσίας με αποκέντρωση/συγκέντρωση, η φεντεραλιστική οργάνωση, η γεωγραφική οργάνωση των κοινοφελών υπηρεσιών.  Αυτός ο εδαφικός έλεγχος επέτρεψε τη διαφοροποίηση της πολιτικής από την οικονομική σφαίρα. β) Γεωγραφίες των χωρικών στρατηγικών του κράτους. Αφορούν τον οικονομικό χώρο και πολιτικό χώρο σε διαφορετικές κλίμακες και περιλαμβάνουν μόνιμου χαρακτήρα παρεμβάσεις, όπως π.χ. οι κλαδικές πολιτικές κινήτρων, τα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια, ο περιφερειακός προγραμματισμός, οι παρεμβάσεις στις αγορές εργασίας, η προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και η στρατιωτική χωρική πολιτική, ο έλεγχος των συνόρων κ.λπ.».[2] Η κρατική αυταρχικοποίηση συμβαδίζει με τον επιδίωξη ιδιωτικού επανακαθορισμού και οικειοποίησης της γης. Η ιδιωτικοποίηση της γης αποτελεί το αντεστραμμένο είδωλο του «αυταρχικού κρατισμού»: όταν η «μήτρα» παραγωγής και χάραξης πολιτικών οξύνει τις κατασταλτικές του γωνίες τότε η ιδιωτικοποίηση αγαθών, υπηρεσιών και γης λειτουργεί ως φυσικό παρεπόμενο της στρατηγικής κρισιακής του απόσπασης από το πεδίο ικανοποίησης των λαϊκών-εργατικών αναγκών και συμφερόντων. Η πολυσημία του χώρου αίρεται.
Η κρατική γεωγραφία παρέμβασης περιλαμβάνει και τον χώρο/γη, και είναι ιδιαίτερα έντονη την περίοδο της βαθιάς οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης, ακριβώς διότι μεταβάλλει δομικά τις αναπαραστάσεις και τις προσλήψεις του χώρου/γης. Η «υλική διάσταση της εδαφοκυριαρχίας του κράτους», «τα χωρικά και πολεοδομικά σχέδια», «ο έλεγχος των συνόρων»[3] αποτυπώνονται πάνω στη γη, αποτελώντας την  εργαλειακή συσχέτιση (correlation) της  ιδεολογικής και υλικής διάστασης της κρατικής πολιτικής. Τα σχέδια πολεοδομικής μόχλευσης και διαμόρφωσης μίας νέας πόλης περιλαμβάνονται σε αυτό το υλικό πλέγμα.
Σε χώρες της Ευρώπης, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η δημόσια διάσταση της πόλης αφίσταται των σημασιοδοτήσεων της, οριζόμενη ως χώρος συγκέντρωσης και περίφραξης αστικών στρωμάτων σε συγκεκριμένες συνοικίες-σύμβολα προνομίων, τροπικότητας δράσης-κίνησης και υλικότητας συμφερόντων. Ο περιφραγμένος χώρος αποκλείει την διείσδυση του «άλλου» ανθρώπου, του κοινωνικά ταξινομημένου και κατηγοριοποιημένου,  αλλά υλικά ανίσχυρου. Σε αυτές τις συνοικίες-προάστια, «αορατοποιείται» κοινωνικά και οικονομικά η διάσταση της κρίσης.
Η γη και ο χώρος περικλείουν μνήμες, σύμβολα, στάσεις και συμπεριφορές. Περιλαμβάνουν την κίνηση μίας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης ή συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων, «συλλαμβάνουν» την ιστορικότητα της στιγμής, κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ «πληβειακής» δράσης και αναπαράστασης της,  αποτυπώνουν τη στιγμή της «ένωσης» της ανθρώπινης «μονάδας» με το συλλογικό-κοινωνικό υποκείμενο. Ο χώρος σχετίζεται με την ίδια την καθημερινή παρουσία των υποκειμένων των ενταγμένων σε κοινωνικές τάξεις. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Κωστής Χατζημιχάλης: «Η γη και ο χώρος δεν είναι κάτι σαν «εξωτερικό περιβάλλον»,  μια δευτερεύουσα αντίθεση στην υπόθεση της ριζικής κοινωνικής αλλαγής που επικαλείται η αριστερά. Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των κοινωνικών σχέσεων και οι αντιφάσεις και συγκρούσεις που προκύπτουν από τη διαχείριση των σχέσεων με τη γη φανερώνουν πολύ πιο άμεσα για τους πολίτες τις αδικίες στις οποίες είναι θεμελιωμένη η καπιταλιστική κοινωνία».[4]
Η γη και ο χώρος, η «χωρική γη» δεν αποτελούν στατικές, αντιιστορικές και αδύναμες προσλήψεις του όλου κοινωνικού πεδίου. Oρίζονται ως σχέση πρωτεύουσας δυναμικής, τμήματα απόσπασης προνομιακής γαιοπροσόδου και ως τέτοιες εντάσσονται στο πλέγμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, φανερώνοντας ταυτόχρονα τα εύρος, το βάθος και την ιστορικότητα των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων, καθότι ακριβώς η εκμετάλλευση της γης αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, ήτοι της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να εκλείπουν από το πλαίσιο της μαρξιστικής επιστημονικής ανάλυσης. Ο χώρος δύναται να είναι ολικός. Πέρα από το ότι αποτελεί αντικείμενο κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης, ταυτίζεται με την συλλογική-ιστορική μνήμη, με τις ευρύτερες λαϊκές-πολιτισμικές προσλαμβάνουσες. Κι αυτή η διάσταση καταδεικνύει την πολλαπλότητα που διαθέτει.
[1] Βλ. σχετικά, Χατζημιχάλης Κωστής, ‘Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης’, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2014, σελ. 18.
[2] Βλ. σχετικά, Χατζημιχάλης Κωστής, ‘Γεωγραφίες του κράτους: ο Πουλαντζάς και οι σημερινές προσεγγίσεις για το χώρο. Στο: Γολέμης Χ. & Οικονόμου Η., (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα. Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ.176-177.
[3] Η κατασκευή φρακτών και συρματοπλεγμάτων για την ανάσχεση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών αποτελούν  προσπάθειες «συγκέντρωσης» και «συγκεντροποίησης» της κρατικής εξουσίας, περιχαράκωσης της, διαμέσου της εκ νέου «χάραξης» των συνόρων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόσφυγες-μετανάστες που διασχίζουν τα σύνορα συναντούν στο δρόμο τους τη λογική του ορθωμένου φράγματος: ο χώρος περιφράσσεται και  φυλάσσεται, αποκλείοντας εκείνη την κίνηση, εκείνο το ανθρώπινο βήμα που φέρει εντός του την ετερογένεια και την ίδια την αμφισβήτηση κλασική «σύλληψη» και «όρθωση» των συνόρων. Τα ίδια τα σύνορα δεν νοούνται ως απλές εδαφικές «γραμμές» ενσωμάτωσης μίας βιωμένης και καλώς εννοούμενης εθνικότητας. Αντιθέτως, προσδιορίζονται και ως «τοπόσημα» που καταδεικνύουν το βάθος και την ιστορικότητα που αποκτά (έχει αποκτήσει) ένας δεδομένος τρόπος παραγωγής εντός μίας εδαφικής επικράτειας. Στο πλαίσιο συγκρότησης του έθνους-κράτους, η «ρευστότητα» παραγωγής αίρεται.  Οι πρόσφυγες-μετανάστες καθίστανται υποκείμενα αμφισβήτησης της καπιταλιστικής «σύλληψης» και θέσμισης.
[4] Βλ. σχετικά, Χατζημιχάλης Κωστής, ‘Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης’, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2014, σελ.143.

(*) Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ


Πηγή: PRESSPUBLICA.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου