Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Ο παλιός Συνδικαλισμός πέθανε, ενώ ένας νέος γεννιέται - Συμπεράσματα και διαπιστώσεις, του Δημήτρη Κατσορίδα



Ακολουθεί άρθρο του Δημήτρη Κατσορίδα, από το KOMMON.GR.

Η ταξική συνείδηση των δυνάμεων της εργασίας δεν υπάρχει έτσι και αλλιώς, λόγω της εργασιακής εκμετάλλευσης ούτε λόγω της χειροτέρευσης της κοινωνικής κατάστασης (π.χ. φτώχεια, ανεργία, μετανάστευση κλπ.). 
 
Φωτογραφία από το πρώτο Συνέδριο της ΓΣΕΕ
Ένα πρώτο συμπέρασμα, που μπορούμε να εξάγουμε, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις έρευνες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ όσο και την Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση (2017), είναι πως παρ’ ότι το μέγεθος της μισθωτής εργασίας, ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού, μειώνεται την περίοδο 2008-2014, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των μνημονιακών πολιτικών, οι εργατικές-λαϊκές τάξεις, ως σύνολο, συγκροτούν μια διαρκώς αυξανόμενη, πληττόμενη κοινωνική πλειοψηφία.


 Υπό αυτή την έννοια,  αν στην πραγματική  μισθωτή εργασία προσθέσουμε τους άνεργους, οι οποίοι κατά βάση προέρχονται από τους κόλπους της μισθωτής εργασίας ή όσοι δεν προέρχονται πολώνονται προς αυτή εξαιτίας της κρίσης που τους οδηγεί στην προλεταριοποίηση, και αν συνυπολογίσουμε ένα τμήμα των εργαζομένων που εργάζονται στην μαύρη αγορά εργασίας και δεν καταγράφονται στις έρευνες εργατικού δυναμικού, καθώς επίσης και ένα τμήμα όσων δηλώνουν σαν αυτοαπασχολούμενοι (χωρίς προσωπικό), οι οποίοι όμως προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως μισθωτοί, συνήθως με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών, τότε το πραγματικό μέγεθος της εργατικής τάξης είναι, κατά πως φαίνεται, πολύ μεγαλύτερο από τα στατιστικά στοιχεία, δηλαδή υπερβαίνει κατά πολύ το 60%. Έχουμε, δηλαδή, μια «προλεταριακή αντικειμενική πόλωση».

 Ένα δεύτερο συμπέρασμα που μπορούμε να εξάγουμε, το οποίο έχει σχέση με την αποκλιμάκωση των απεργιακών αγώνων, είναι ότι εξακολουθούν να υπάρχουν όλοι οι βασικοί παράγοντες της μη κινητοποίησης: η ήττα που έχει δεχτεί το κίνημα μετά την πρώτη φάση ανόδου των απεργιακών αγώνων (2010-12), η κόπωση (φυσική και οικονομική) των κινητοποιούμενων ότι δεν υπάρχουν απτά αποτελέσματα από τις συλλογικές δράσεις, η απογοήτευση και η απόσυρση, το χαμηλό επίπεδο συνείδησης, η έλλειψη στόχων και ηγεσίας στο συνδικαλιστικό επίπεδο, οι ανταγωνισμοί, καθώς επίσης η εξανέμιση των προσδοκιών και η γενικευμένη απογοήτευση που προκάλεσε η μνημονιακή μετάλλαξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
 Εδώ, όμως, είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως ενώ οι απεργίες συνιστούν ένα βασικό στοιχείο της ταξικής πάλης, εντούτοις όλοι οι ταξικοί αγώνες δεν σημαίνουν, κατ’ ανάγκη, και απεργίες. Ενδιάμεσα, μπορεί να υπάρξει αναμονή, συζητήσεις (με όλα τα διαθέσιμα μέσα), διαπραγματεύσεις, προώθηση αιτημάτων με κάθε τρόπο, εξάσκηση πιέσεων μέσω της νομοθετικής οδού, επεξεργασία θέσεων, ανάπτυξη νέων συμμαχιών, ανασύνταξη των δυνάμεων, παραστάσεις διαμαρτυρίας κλπ. Δηλαδή, είναι τα στοιχεία που επικρατεί σήμερα.

Το τρίτο συμπέρασμα είναι ότι επειδή τα τελευταία 35 χρόνια αυξήθηκε η απασχόληση στον λεγόμενο τριτογενή τομέα της οικονομίας (χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, εκπαίδευση, υγεία, εμπόριο, διασκέδαση κλπ.), αλλά και σε ορισμένους τομείς του δευτερογενούς τομέα (κατασκευές, τρόφιμα κλπ.) μπορούμε να εξηγήσουμε τον λόγο που οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες σε αυτούς τους τομείς και να καταλάβουμε τα προβλήματα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Άρα, μια νέα συνδικαλιστική πρακτική σημαίνει την έμφαση που πρέπει να δοθεί στους ανάλογους κλάδους.
 Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω ήταν οι παράγοντες που βοήθησαν στη νίκη του κεφαλαίου επί της εργασίας. Επιπρόσθετα, με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μεγάλωσαν δυο γενιές ανθρώπων, οι οποίες γαλουχήθηκαν να σκέφτονται από τη σκοπιά του ταξικού αντιπάλου, ενώ η μεταγενέστερη γενιά, η οποία δεν έχει την εμπειρία των κατακτήσεων του παρελθόντος, προσαρμόζεται εύκολα στην εργασιακή ευελιξία, δείχνοντας σε πολλές περιπτώσεις και αδιαφορία για τη συλλογική δράση.

Της είναι ξένη. Γι’ αυτό, πολλές φορές, μας κάνει εντύπωση γιατί η κοινωνία, ακόμη και οι τοπικές κοινωνίες, δεν προβαίνουν σε μαζική αντίσταση σε φαινόμενα κλεισίματος επιχειρήσεων και απολύσεων. Ή διερωτόμαστε, πώς γίνεται στις απεργίες να συμμετέχουν κυρίως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ενώ οι νεότεροι να απέχουν, όταν ιστορικά συνέβαινε το αντίθετο. Διότι η κοινωνική συμμετοχή περιλαμβάνει σχέδιο, στόχο, δράσεις και αλληλεπίδραση με τους άλλους με σκοπό να επηρεάσουν πλευρές της δημόσιας ζωής. Όμως, η συλλογική δράση έχει κόστος. Χάνεις ελεύθερο χρόνο και είναι ψυχοφθόρα, και ο εργαζόμενος δεν το θέλει αυτό. Το βαριέται. Ξέχωρα που έχουν τρωθεί τα κοινωνικά πρότυπα (π.χ. τα συνδικάτα έχουν απαξιωθεί, καθώς επίσης και το πρότυπο του συνδικαλιστή).
 Το αποτέλεσμα είναι να έχουν μειωθεί τα κοινωνικά αντανακλαστικά, να κυριαρχεί η παραίτηση από την πολιτική και κοινωνική δράση σαν κάτι παρωχημένο, και να συνηθίζουμε στην κάθε αυθαιρεσία, εκφράζοντας μόνο τη συμπόνια μας για τα θύματα, ευχόμενοι να μην είμαστε «εμείς» οι επόμενοι. Μπορεί, βέβαια, να προκαλούν θλίψη τα διάφορα φαινόμενα αυθαιρεσιών, το κλείσιμο επιχειρήσεων, οι απολύσεις κλπ., αλλά γρήγορα ξεχνιούνται και υπάρχει επιστροφή στην «κανονικότητα».
 Αυτή η ψυχολογία και αυτές οι πρακτικές δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι αφέλεια να πιστεύουμε ότι επειδή διαψεύστηκαν οι προσδοκίες και η κοινωνία φτωχοποιείται και υποφέρει θα υπάρχει εύκολη επιστροφή στο συλλογικό. Η λογική του «όσο χειρότερα τόσο καλύτερα» έχει αποδειχτεί λάθος.
 Η ταξική συνείδηση των δυνάμεων της εργασίας δεν υπάρχει έτσι και αλλιώς, λόγω της εργασιακής εκμετάλλευσης ούτε λόγω της χειροτέρευσης της κοινωνικής κατάστασης (π.χ. φτώχεια, ανεργία, μετανάστευση κλπ.). Ίσως, η ταξική συνείδηση να βρίσκεται σε «παρωχημένα» θέματα και σε καθημερινά ζητήματα, τα οποία όμως απασχολούν τον κόσμο της εργασίας και όχι στις μεγάλες πολιτικές αναλύσεις και αποκαλύψεις.
 Χωρίς να υποτιμάμε τις πολιτικές και θεωρητικές αναλύσεις, υπάρχει ταυτόχρονα η αναγκαιότητα να βρεθεί μέσω ποιων στοιχείων θα μπορούσε να διαμορφωθεί η ταξική συνείδηση, να αναπτυχθεί με βάση τις δοσμένες μορφές της, να αποσαφηνισθεί και να προωθηθεί. Ίσως χρειάζεται, μέσα στο γενικό πλαίσιο των αιτημάτων, να υπάρχει επικέντρωση σε ένα αίτημα κάθε φορά, το οποίο μπορεί να μην είναι σπουδαίο, όμως θα είναι εφικτό, και θα συμβάλλει στη στράτευση και συσπείρωση.

Ήδη, μια νέα γενιά συνδικαλιστών/-τριων αναπτύσσεται, σε δύσκολες και αντίξοες εργασιακές συνθήκες, την οποία δεν την ενδιαφέρει η κομματικοποίηση και η παραταξιοποίηση.
Μια τέτοια γενιά ίσως τελικά μπορέσει να εμπνεύσει τους εργαζόμενους να δραστηριοποιηθούν στα συνδικάτα, με την προϋπόθεση ότι θα είναι μαχητική, θα επενδύει στον αγώνα έστω κι αν η ίδια έχει προσωπικό κόστος, θα είναι σταθερή και όχι άκαμπτη, θα βρίσκεται στο χώρο εργασίας και θα εργάζεται μαζί και δίπλα με τους άλλους εργαζόμενους, θα ταυτίζεται μαζί τους, θα δείχνει το καλό πρόσωπο του συνδικαλισμού, θα προωθεί την εναλλαγή στα όργανα και φυσικά θα είναι κοινωνική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τώρα είναι που αξίζει να αγωνίζεται κανείς, επειδή δεν υπάρχουν οι δομές και η ασφάλεια που πρόσφερε ο παλιός συνδικαλισμός.
Ο παλιός συνδικαλισμός, καθώς και το πρότυπο του παλιού συνδικαλιστή, όπως τον ξέραμε μέχρι τώρα, έχει τελειώσει. Η προσφορά που έχουν ακόμη να δώσουν οι παλιοί, αλλά μάχιμοι συνδικαλιστές, είναι να ακούσουν και να βοηθήσουν να αναπτυχθεί ο νέος συνδικαλισμός και ιδιαίτερα αυτός της επισφάλειας, παραχωρώντας τη θέση τους στη νέα γενιά.
 Κατά συνέπεια, για να υπάρξει μια συνδικαλιστική παρέμβαση νέου τύπου, οφείλει να διακρίνεται και να κινείται στον αντίποδα των μέχρι τώρα αποτυχημένων πρακτικών.

Πηγή: KOMMON.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου